Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ | Θέατρο REX – Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» (6/1/2013)

Σχολιάστε

08/01/2013 από cmorfakis

b_2889_dsc_1505

To Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας είναι μια ρομαντική κωμωδία του William Shakespeare που περιγράφει τις περιπέτειες τεσσάρων νεαρών Αθηναίων και μιας ομάδας ερασιτεχνών ηθοποιών, τη σχέση τους με το Δούκα και τη Δούκισσα της Αθήνας, Θησέα και Ιππολύτη, και με τα ξωτικά ενός δάσους κάτω από το φεγγάρι.

Συνδετικός κρίκος στις τρεις ιστορίες που παρουσιάζονται είναι οι γάμοι του Δούκα της Αθήνας Θησέα και της βασίλισσας των Αμαζόνων, Ιππολύτης. Στην αρχική σκηνή, η Ερμία αρνείται να συμβιβαστεί με την επιθυμία του πατέρα της να την παντρέψει με το Δημήτριο. Ο πατέρας της όμως μπροστά στο Θησέα επικαλείται έναν αρχαίο αθηναϊκό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο η κόρη πρέπει να παντρευτεί το μνηστήρα που διάλεξε ο πατέρας της, αλλιώς αντιμετωπίζει ποινή θανάτου ή ισόβια υπηρεσία στη θεά Άρτεμη.

Έτσι, η Ερμία και ο αγαπημένος της, Λύσανδρος, αποφασίζουν να κλεφτούν και να διαφύγουν τη νύχτα μέσα από το δάσος. Η Ερμία εμπιστεύεται το σχέδιο στην καλύτερη φίλη της, Έλενα, η οποία όμως το μαρτυράει στο Δημήτριο για να κερδίσει την εύνοιά του και να τη διαλέξει. Οι δυο τους ακολουθούν τους δυο αγαπημένους, που ανυποψίαστοι κοιμούνται στο δάσος.

Εν τω μεταξύ, στο δάσος καταφτάνουν ο Βασιλιάς των Ξωτικών Όμπερον και η βασίλισσα Τιτάνια, οι οποίοι έχουν τσακωθεί, γιατί η Τιτάνια αρνείται να δώσει για «ιππότη» στον Όμπερον έναν ακόλουθό της. Ο Όμπερον θέλει να την εκδικηθεί κι έτσι προσλαμβάνει τον σκανδαλιάρη Πακ (ή Πουκ, σε παλαιότερες εκδοχές) για να βρει ένα λουλούδι, ο χυμός του οποίου κάνει όποιον το πιει να ερωτευτεί το πρώτο ον που δει μπροστά του.

Βλέποντας το Δημήτριο να συμπεριφέρεται άσχημα στην Έλενα, ο Όμπερον διατάζει τον Πακ να ρίξει λίγο υγρό στα βλέφαρά του. Κατά λάθος, ο Πακ το ρίχνει στο Λύσανδρο, ο οποίος ερωτεύεται την Έλενα. Ο Δημήτριος ακόμα ακολουθεί την Ερμία και ο Όμπερον θυμώνει, έτσι μαγεύει και τον Δημήτριο. Εξαιτίας του λάθους του Πακ, τώρα και οι δυο άνδρες τσακώνονται για την Έλενα, η οποία όμως πιστεύει ότι την κοροϊδεύουν. Οι τέσσερις χαρακτήρες κυνηγιούνται και τσακώνονται όλη τη νύχτα και αναζητούν μέρος για μονομαχία κι έτσι ο Όμπερον διατάζει τον Πακ να τους κρατήσει χώρια και να ξανα-«μαγέψει» το Λύσανδρο να ερωτευτεί την Ερμία για να αποτρέψει την αιματοχυσία.

Εν τω μεταξύ, μια ομάδα τεχνιτών χαμηλής κοινωνικής τάξης έχουν κανονίσει να στήσουν μια παράσταση με την ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης για το γάμο του Θησέα και τριγυρίζουν μες στο δάσος κοντά στην περιοχή της Τιτάνια. O Πουκ βλέπει τον Νικ Μπότομ, ένα θεατρόπληκτο υφαντή, και μετατρέπει το κεφάλι του σε γάιδαρο. Η Τιτάνια ξυπνάει, και μαγεμένη από το φίλτρο που της έριξε ο Όμπερον, ερωτεύεται τον υφαντή και του συμπεριφέρεται σαν να ήταν ευγενής με όλες τις φροντίδες. Σε αυτή την κατάσταση, συναντάει τον Όμπερον και του δίνει τον ακόλουθο: έτσι ο Όμπερον διατάζει τον Πακ να λύσει τα μάγια από τον υφαντή και την Τιτάνια, καθώς και από το Λύσανδρο.

Τότε, τα ξωτικά εξαφανίζονται και εμφανίζονται στο δάσος για πρωινό κυνήγι ο Θησέας με την Ιππολύτη. Ξυπνούν τους τέσσερις νέους και, καθώς ο Δημήτριος δεν αγαπάει πλέον την Ερμία, ο Θησέας παρακάμπτει την επιθυμία του πατέρα της Ερμίας και ετοιμάζει τους γάμους όλων. Οι τέσσερις νέοι σκέφτονται ότι τα γεγονότα της νύχτας πρέπει να ήταν κάποιο όνειρο. Το ίδιο σκέφτεται και ο Νικ Μπότομ ο υφαντής, όταν ξυπνάει και αυτός. Στην Αθήνα, όλοι παρακολουθούν την παράσταση «Πύραμος και Θίσβη» των τεχνιτών. Είναι εντελώς γελοία και κακοπαιγμένη, αλλά χαίρονται όλοι και αποσύρονται για ύπνο. Με το σκοτάδι, ο Όμπερον κι η Τιτάνια ευλογούν το σπίτι και τους νιόπαντρους, ενώ ο Πακ απευθύνεται σε ένα μονόλογο προς τους θεατές, ενώ πέφτει η αυλαία.

b_2884_dsc_1384b_2885_dsc_1388

Προτίμησα σε αυτή την κριτική να συμπεριλάβω μια εκτενή περίληψη του έργου καθώς όσοι δεν είναι γνώστες του κειμένου πιστεύω ότι απλώς αδυνατούν να παρακολουθήσουν την παράσταση όπως αυτή ανέβηκε φέτος από το Εθνικό Θέατρο (ΕΘ) σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Αλλά και όσοι γνωρίζουν το έργο δύσκολα μπορούν να αποφύγουν την απογοήτευση από την σκηνοθετική απόδοσή του.

Παρότι πολλά υποσχόμενη, η παράσταση Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του William Shakespeare αποτελεί τη μεγάλη θεατρική και εμπορική αποτυχία της φετινής σεζόν 2012-2013 για το Εθνικό Θεάτρο (ΕΘ). Η ανύπαρκτη σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού – λογικό ως ένα βαθμό αφού από όσο γνωρίζω απουσίαζε σχεδόν από όλες τις πρόβα με τους ηθοποιούς – είχε ως αποτέλεσμα μια χαοτική σκηνική παρουσίαση του έργου, μια σκηνικής δράσης που μοιάζει να αφορά όλους τους άλλους εκτός από τους θεατές. Αν και με γοητεύει η δράση του έργου να διαδραματίζεται σε όλο το χώρο του θεάτρου και όχι μόνο πάνω στην σκηνή, το σκηνοθετικό εύρημα με τα τρεξίματα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της σκηνής – στην πλατεία, στους πάνω ορόφους, στα θεωρία και ανάμεσα στο κοινό – καθώς και οι μεταμορφώσεις, οι μάσκες και οι καπνοί συντέλεσαν σε μια σχεδόν παρανοϊκή απόδοση του σαιξπηρικού έργου.

Είναι πραγματικό λυπηρό να διαβάζω κριτικές που προσπαθούν να δικαιολογήσουν την απογοητευτική ως κακή σκηνοθεσία του Μαρμαρινού προβάλλοντας επιχειρήματα περί «μεταμοντέρνας» – σουρεαλιστικής σκηνοθετικής οπτικής και πως τάχα το κοινό δεν είναι μυημένο στο θέατρο του μεταμοντέρνου, το θέατρο της επανερμηνείας, της ανασύνθεσης και αποσύνθεσης. Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους το Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Μαρμαρινού συνιστά από την αρχή ως το τέλος μια προσωπική του υπόθεση και ο Shakespeare μια μακρινή αφορμή, ένα πρόσχημα που μένει εντελώς αναφομοίωτο τόσο από τους ηθοποιούς όσο και από τους θεατές. Κανένα ηθελημένο στοιχείο μεταμοντερνισμού δεν ενυπάρχει στη σκηνοθετική σύλληψη του Μαρμαρινού, ο οποίος αδιαφορεί για το τελικό αποτέλεσμα της δουλειάς του. Θα μπορούσε ωστόσο να υποστηρίξει κανείς ότι ο Μαρμαρινός, ως άλλος Little Nemo του Winsor McCay, ονειρεύτηκε την παράσταση και την πέταξε χωρίς καμιά επεξεργασία στο κοινό, αφήνοντας κάποιους να ψάχνονται για μεταμοντέρνες και άλλες βαθύτερες ερμηνείες που ουσιαστικά δεν υπάρχουν.

b_2886_dsc_1427b_2887_dsc_1437

Η μεγάλη διάρκεια (σχεδόν τρεις ώρες) του έργου και η κουραστική ποιητική γλώσσα της μετάφρασης επιδεινώνουν επίσης την κατάσταση. Οι ηθοποιοί χωρίς σαφής σκηνοθετικές οδηγίες περιφέρονται ασταμάτητα κυνηγώντας ο ένας τον άλλον μέσα σε μια μάταιη, επιδεικτική σπατάλη ενέργειας. Χωρίς ουσιαστική τεχνική εκπαίδευση οι μάσκες οι οποίες φορούν καθιστούν ακόμα πιο δύσκολο πολλές φορές να παρακολουθήσεις τον λόγο συντελώντας με αυτό τον τρόπο ακόμη περισσότερο στο να εγκαταλείψουν οι θεατές την προσπάθεια κατανόησης του έργου. Αλλά και ερμηνευτικά το καστ τον ηθοποιών είναι αδύναμο, ενώ πολλές ερμηνείες ως ένα σημείο ατάλαντες, εκνευριστικές και άχρωμες.

Και σε όλα αυτά ο σκηνοθέτης έρχεται να προσθέσει γυμνό σε χορταστικές δόσεις λες και αυτό ήταν που έλειπε. Χωρίς ουσιαστικά υποτάσσεται σε συγκεκριμένους θεατρικούς κώδικες και συμβολισμούς, το γυμνό του Μαρμαρινού υπόκειται στη λογική του «φάτε μάτια ψάρια» και της ανούσιας πρόκλησης.

b_2891_dsc_1530b_2892_dsc_1620b_2893_dsc_1669

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Μαζί με 1.631 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: